νοσταλγικός

νοσταλγικός
η , ό[ν]
1) относящийся к ностальгии; 2) тоскующий по родине или о прошлом

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "νοσταλγικός" в других словарях:

  • νοσταλγικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νοσταλγία ή αυτός που προκαλεί νοσταλγία. επίρρ... νοσταλγικώς και ά με νοσταλγικό τρόπο, με νοσταλγία. [ΕΤΥΜΟΛ. < νοσταλγία. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στον Εμμ. Λυκούδη] …   Dictionary of Greek

  • νοσταλγικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νοσταλγία: Νοσταλγικό το χώμα σου γλυκιά μου Αθήνα (Μαλακάσης) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»